ΓΙΑΤΙ «ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ»

Οταν κατεδαφίστηκε το κτίριο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου 15 έμεινε ο ανατολικός τοίχος του κτιρίου 17 ως μια μεγάλη λευκή επιφάνεια που θα έβλεπαν οι επισκέπτες στο δεξί τους χέρι καθώς θα έμπαιναν στο προαύλιο του μουσείου. Είχα σκεφτεί τότε οτι αν μπορούσα θα κάλυπτα όλη την επιφάνεια με εκτενή αποσπάσματα από τις Ευμενίδες του Αισχύλου.

Οι Ευμενίδες παίχτηκαν για πρώτη φορά το 458 π.χ. στο Θέατρο του Διονύσου, δηλαδή σε απόσταση λίγων μέτρων από τη σημερινή Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Είναι ένας ύμνος για το πολίτευμα της Αθήνας, και ιδιαίτερα για το θεσμό της δικαιοσύνης. Μια δικαιοσύνη που αποδίδεται από δικαστήριο πολιτών αφού ακούσει και τις δυό πλευρές. Που στηρίζεται στο σέβας, στο φόβο και σε σταθερούς νόμους. Που αποκρούει και την αναρχία και την τυρανία. Που δεν υπηρετεί μονάχα το δίκαιο του κάθε πολίτη, αλλά επειδή υπάρχει θωρακίζει την πόλη ολόκληρη. Νομίζω πως δεν υπάρχει καλύτερο κείμενο να αναρτηθεί σε ένα σύγχρονο τοίχο, απέναντι από το χώρο όπου ακούστηκαν για πρώτη φορά αυτά τα λόγια. (δες ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 1)

Δεν φαντάστηκα τότε τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν, όταν κάποιοι άρχισαν να επιδιώκουν την κατεδάφιση των διατηρητέων για να αναδειχτεί το νέο μουσείο. Από τη μιά η άποψη της καθαρότητας: τίποτε δεν πρέπει να παρεμβαίνει ανάμεσα στον επισκέπτη του 21ου αιώνα και στο αρχαίο μνημείο. Από την άλλη η άποψη της συνέχειας: ο πολιτισμός κτίζεται ψηφίδα με ψηφίδα, και είναι πιο πλούσια η κοινωνία που διατηρεί, επιλεκτικά μεν αλλά με αγάπη, τα κληροδοτήματα ης κάθε γενιάς που προηγήθηκε.

Με αυτά, το κείμενο του Αισχύλου απέκτησε μια νέα σημασία για ετούτο το χώρο. Οι «Ευμενίδες» είναι μεταξύ άλλων και μια συνηγορία για τη συνύπαρξη των εποχών. Η αντιδικία σχετικά με την τιμωρία ή μη του Ορέστη είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στις παλιές και τις νέες θεότητες, ανάμεσα στις Ερινύες και τους Ολύμπιους. Οι Ερινύες που επιδίωκαν την καταδίκη του Ορέστη χάνουν τη δίκη, και ετοιμάζονται να επιφέρουν δεινά στους Αθηναίους. Αλλά η Αθηνά τις καλεί να μείνουν κοντά στην πόλη, να τιμώνται ως θεές, και να ορίζουν τη σπιτική ζωή των ανθρώπων. Αυτές δέχονται, και η τραγωδία τελειώνει με ύμνο στη συγκατοίκηση των αξιών και στη συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων. (δες ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 2)

Ο Αισχύλος γράφει την εποχή της ακμής της Αθηναϊκής δημοκρατίας. όταν πολλαπλές καινοτομίες στην πολιτική και στον πολιτισμό έχουν δημιουργήσει μια πόλη που αισθάνεται μοναδική στην ιστορία. Η πρώτη πόλη του ελεύθερου πολίτη, του κράτους δικαίου, της προσωπικής δημιουργίας, της δραματικής ποίησης και της γλυπτικής, και ταυτόχρονα μια ισχυρή οικονομία και ένας νικηφόρος στρατός. Μια πόλη δηλαδή με όλο το δυναμισμό, τη δημιουργικότητα και την πρωτοπορια που είχε αργότερα το Λονδίνο το 1870, το Παρίσι το 1900, η Νέα Υόρκη το 1960 και το Σαν Φρανσίσκο το 2000. Γράφει έναν ιδρυτικό μύθο για να πει στους συμπολίτες του: γίναμε μεγάλοι δημιουργώντας το νέο, αλλά διατηρώντας και αξιοποιώντας το παλιό. Κηρύσσει τη συνύπαρξη των εποχών, ως προϋπόθεση για ένα πολιτισμό που ανοίγει δρόμους για το μέλλον.

Για το λόγο αυτό, αν διασωθούν τα δυό διατηρητέα, θα είναι πολύ ωραίο να καταγράψουμε σε ένα τοίχο το υπέροχο κείμενο του Αισχύλου. Να το διαβάζουν οι επισκέπτες και να αναλογίζονται πως κτίστηκε ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός: ψηφίδα – ψηφίδα.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s